Όταν αγαπάς κάποιον, τον αγαπάς για αυτό που είναι.
Όχι για αυτό στο οποίο θα ήθελες να τον αλλάξεις.
Αν θες να τον αλλάξεις, θεωρείς τον εαυτό σου καλύτερο.
Ψωνάρα.
Θέλω κάποιες στιγμές να είμαι αναίσθητος και άδειος απο σκέψεις. Μια αφηρημένη πνευματική ύλη. Μόνη. Που θα δημιουργεί και θα μετουσιώνεται σε αστρική αγάπη. Χωρίς νόημα, χωρίς λέξεις. Μόνο με ζωγραφιές ακαταλαβίστικες που δεν θα νοιάζονται για το αν θ’ ακολουθώ τους δρόμους της παγιωμένης λογικής. Γιατί λογική είναι μονάχα μία σύμβαση ανόητων ανθρώπων. Μία συμφωνία που έγινε ερήμην μας.
Κι εγώ θέλω απλά να κλείνω τα μάτια και να γίνομαι ξανά ό,τι αληθινά είμαι: ένα μικρό σποράκι του ήλιου.
εδώ γνωριστήκαμε. καθόμουν στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη. ήρθες από πίσω αθόρυβα. έκατσες δίπλα μου αλλά άφησες μια απόσταση ανάμεσα. κοίταζες μακριά. εγώ εσένα. Μου ‘πες πως τα σύννεφα μοιάζουν με σφουγγάρια, αλλά ευτυχώς που δεν είναι, γιατί θα έπεφταν στη θάλασσα και αυτό θα ήταν μια καταστροφή για όλους. γύρισες το κεφάλι και επέτρεψες στο χαμόγελό σου μία στιγμή.
εγώ χρειάστηκα πιο πολλές.
σε ξαναπέτυχα. σε μία αίθουσα σχολείου, σε ώρα διαλείμματος. ήμασταν οι επιμελητές. έγραφες στον πίνακα λέξεις ασύνδετες. κι εγώ από πίσω σου έτρεχα να τις σβήνω. γιατί; γιατί αυτές οι λέξεις με αποκάλυπταν. αν τις έβλεπαν οι συμμαθητές μου, θα ένιωθα αδύναμος. έπρεπε να τις σβήσω πριν επιστρέψουν. πριν χτυπήσει το διαολεμένο κουδούνι. .. keep reading this entry »
γνωριστήκαμε κατά τύχη σ’ ένα δρομάκι κοντά στην γειτονιά μου. όπου με σταμάτησε για να με ρωτήσει πως θα πήγαινε σε μία έκθεση στο λιμάνι. όσο αυτός κοιτούσε το χάρτη δεν χόρταινα να κοιτάζω τον παράξενο σκούφο του. του έδωσα λάθος οδηγίες έτσι ώστε να τον ξανασυναντήσω. του ‘πα να πάρει το λεωφορείο κι εγώ πήρα ταξί. ξαφνιάστηκε όταν με ξαναείδε στην αίθουσα. ήρθε και με χαιρέτησε. με ρώτησε γιατί δεν του είπα να πάμε μαζί. επειδή μου ήταν άγνωστος του απάντησα. μου ‘δειξε το διαβατήριό του και μου ‘πε ότι ήταν ο βαλεντίνο κι ότι από εκείνη την στιγμή δεν θα είχα δικαιολογία να μην πάμε μαζί για μία βόλτα.
περπατούσαμε και μιλούσαμε μία γλώσσα που χρησιμοποιούσε πολλά απ’ τα μέρη του σώματος. τον ρώτησα τι δουλειά κάνει και εκείνος ξεκίνησε ένα αστείο σόου. ίσως να ήταν ντράμερ, ή ίσως να δούλευε σε τσίρκο, ή μπορεί και κάτι άλλο. όμως εγώ έπεισα τον εαυτό μου με αυτό που ήθελα. ήταν ένας ιππότης. δεν θυμάμαι πόσο περπατήσαμε. .. keep reading this entry »
Γινόταν ένας συνηθισμένος χαμός σε εκείνο το ηλιόλουστο γραφείο.
Όλα τα κεφάλια μπαίναν μέσα στην ευθεία του βλέμματός μου. Ανεβοκατέβαιναν σαν να ανηκαν σε εργοστασίων εργάτες, από ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν. Σε μία τέτοια ταχύτητα. Αλλά με ελάχιστο χρώμα.
Και ενώ το μόνο που έβλεπα ήταν θολά κεφάλια να αλλάζουν το βάθος του οπτικού τοπίου μου, ένα σημείο αναφοράς ακλώνητο, νετ και φωτεινό ξεκίνησε την ιστορία.
Λες και είχαμε συμπληρώσει 20 λεπτά, συμβατικού σεναρίου, φιλμ. Ήταν ένα κεφάλι με ζωή. Όχι με μπαταρίες. Και με κοιτούσε για όση ώρα άντεχε να γυρίζει το καρούλι στο φανταστικό θεωρίο. Δεν έβγαζε φωνή. Μόνο κάτι πρόσθετοι ήχοι ακουγόντουσαν, από γρανάζια και σχοινιά που σπάνε. Αλλά το βλέμμα ξετυλίγε ένα δεύτερο στόρυ, που μόνο οι διαβασμένοι θεατές μπορούσαν να αντιληφθούν και αυτό να τους κρατήσει στις θέσεις τους. Η ιστορία έτρεχε σε μικρή γραμματοσειρά, σαν auto que αμερικάνικου show, πάνω στις κόρες της. Κι εγώ μισόκλεινα τα μάτια μου, τόσο ώστε να εστιάσω, αλλά και τόσο ώστε να μην φαίνομαι χαζός και σταματήσει το auto que.
Δεν μπόρεσα να τα βγάλω πέρα με τα ματοτσίνορά μου που φυλάκιζαν το μυαλό, εν τέλει. Μα από όσα πρόλαβα, θυμάμαι να μιλάει για λιβάδια, για τη Θεσσαλονίκη, για μία σιέλ χώρα, για ένα στρογγυλό λευκό κτίριο και μια πολύ παράξενη αγάπη.
Ύστερα ξεκίνησε να πηδάει το φίλμ. Δαχτυλιές και σκόνη πριν το μαύρο. Μετά φύσηξαν τα στόρια και κάποιος φώναξε ότι θα σπάσουν και ότι δεν ήταν κατάσταση αυτή. Δίκιο είχε.
Αναζητούμε κάτι το παραμυθένιο. Ποθούμε η πραγματικότητα αυτή, να μετατραπεί σε ένα φαντασιακό παιχνίδι, χωρίς νόμους, φόβους ή εντολές. Όλοι έχουμε φορέσει τα ρούχα των ηρώων μας καθώς τους κοιτάζουμε ηδονοβλεπτικά στη μικρούτσικη οθόνη μας. Ζωηρές σκέψεις τριβελίζουν το μυαλό μας, θέτωντας υποσυνείδητες υποσχέσεις πως με το που πέσουν τα τελικά κρέντιτς, θα αλλάξουμε κάτι στο δικό μας “ου ζειν”.
Μα οι σκέψεις αυτές, έχουν ένα άρωμα σαν του βασιλικού που χαιδεύει το χέρι μας. Και επιστρέφουμε ξανά στην ευθεία του καρδιογραφήματός μας.
Υ.Γ.: Είναι το απρόβλεπτο αυτό που θα μας βρει και με διστακτικότητα θα μας δώσει το πασαπόρτι να ζήσουμε μία ευκαιρία. Και θα την τσακώσουμε από τον μπέτη.


