Ξύπνησα, άνοιξα τον υπολογιστή, ήπια δυο γουλιές καφέ και μπήκα στο facebook. Με μεγάλη μου έκπληξη είδα ότι με είχαν κάνει add 4 χιλιάδες άτομα. Μέχρι χτες είχα 46 φίλους όλους κι όλους. Με μεγάλη περιέργεια ξεκίνησα τα accept και αμέσως άρχισαν να ξεπηδάνε μηνύματα από αγόρια και κορίτσια που με ρωτούσαν τι κάνω και πότε θέλω να βρεθούμε από κοντά. Ρωτούσα αν με ξέρουν από κάπου και λέγαν όχι αλλά σίγουρα τους φαίνομαι πολύ ενδιαφέρων τύπος. Ούτε φωτογραφία στο avatar δεν είχα αλλάξει. Συνέχισα να κάνω accept μπας και μου έλεγε κάποιος τι συνέβαινε, αλλά τα ίδια μηνύματα συνέχιζαν να έρχονται. Πώς τα πάω και πότε μπορώ να βρεθούμε. Μια κοπέλα που φαινόταν πολύ γκομενάρα μου έστειλε κάτι πολύ γλυκό και ταυτόχρονα αθώα σεξουαλικό και αποφάσισα να κλείσω μαζί της ραντεβού. Την ρώτησα πότε μπορεί και μου είπε σε μία ώρα. Πήγα στο ραντεβού και εμφανίστηκε. Ήταν όντως γκομενάρα. Αν το ήξερα αυτό χτες, θα είχα πάει για κούρεμα. Αν το ήξερα 3 χρόνια πριν, θα είχα αρχίσει γυμναστήριο.
Με κοιτούσε στα μάτια όλη την ώρα. Με ρώτησε με τι ασχολούμαι και της είπα ότι είμαι άνεργος. Το βρήκε ενδιαφέρον. “Η έμμισθη σκλαβιά είναι για τους αδύναμους“, μου είπε. Με ρώτησε πού βγαίνω τα βράδια και της είπα ότι δεν πολυβγαίνω. Το βρήκε ψαγμένο. “Μου αρέσουν όσοι δεν έχουν ταυτίσει τον όρο διασκέδαση με το κλείσιμο σε 4 τοίχους αφόρητης μουσικής”, μου είπε . Με ρώτησε να της πω κάτι για τον εαυτό μου και ξεκίνησα να της λέω για τις μεταγραφές του γαύρου. Μου είπε ότι της αρέσουν οι άντρες που είναι γεννημένοι πρωταθλητές.
Κοιτούσα γύρω-γύρω μπας και μου έχουν στήσει καμία φάρσα ομαδική και σε λίγο πεταγόταν ο Φερεντίνος με το ανανεωμένο “Μπαμ”, ή ακόμα χειρότερα ο Μπονάτσος με το “Vlass Back”. Αν και πιστεύω ότι και τότε, πάλι εμένα θα έβρισκε ενδιαφέρων αυτή και όχι το comeback του Βλάση.
Τι να ήταν αυτή η κοπέλα; Τι είχε γίνει στη ζωή μου; Κάτι δεν πήγαινε καλά. Άλλά μου άρεσε. Ξαφνικά ένιωθα ενδιαφέρων τύπος για πρώτη φορά στη ζωή μου. Της είπα να περπατήσουμε πλάι στην παραλία. Δέχτηκε και με πήρε αγκαζέ. Μύριζε τόσο όμορφα. Όπως μυρίζει η πίτσα μόλις ανοίγεις το κουτί. Αλλά δεν μπορείς να απλώσεις ακόμα χέρι γιατί καίει. Έτσι κι εγώ. Δεν μπορούσα να απλώσω ακόμα χέρι. Ήλπιζα να το κάνω αργότερα όμως.
Την άφηνα να μιλάει αυτή και να λέει ό,τι θέλει. Εγώ μόνο πρόσθετα κάτι “Ε, ναι. Ετσι είναι” ή “Ακριβώς. Δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο”, ή “Καλά, δεν το πιστεύω ό,τι το ‘χει σκεφτεί και άλλος άνθρωπος αυτό”. Και αυτή συνέχιζε να μιλάει. Για τις φίλες της που δεν είναι πραγματικές φίλες αλλά την μαχαιρώνουν πισώπλατα κάθε φορά που φοράει κάτι πιο σέξυ από αυτές. Για τον πραγματικό έρωτα που ακόμα δεν βρήκε. Για τους γονείς της που τους έχει πει ότι τελειώνει φέτος τη σχολή της και θα επιστρέψει, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει δώσει ποτέ ούτε πανελλήνιες.
Απομονωθήκαμε σε ένα σκοτεινό και παραθαλάσσιο μέρος. Από αυτά που κάθεσαι οκλαδόν με το ταίρι σου και ενώ έχεις το χέρι σου μέσα στο σουτιέν της και ξεβιδώνεις τη ρώγα της, στους περαστικούς δείχνετε ένα αθώο ζευγαράκι που δίνει αστεία ονόματα στα αστέρια. Κάτσαμε κι εμείς, την έβαλα να κάτσει ανάμεσα στα πόδια μου, κοιτάζοντας και οι δύο προς την κατεύθυνση της θάλασσας. Να κοιτάζουμε τα κύματα και τον αφρό που έσκαγε κοντά στα πόδια μας. Ψέματα. Για να μην περάσει κάνας γνωστός και μας αναγνωρίσει, είχαμε γυρίσει την πλάτη. Αυτή δηλαδή. Εγώ δεν θα είχα πρόβλημα. Βασικά, όταν το καλοσκέφτηκα ξεκίνησα να ελπίζω να περνούσε κάνας γνωστός να με δει αγκαλίτσα με το μανουλομάνουλο να του πέσει το σαγόνι του παλιομαλάκα.
Μου είπε ότι κρύωνε. Την ρώτησα: “Θέλεις το Σισέ μου;”. Δεν κατάλαβε το αστειάκι μου. Αν το καταλάβαινε θα μιλούσαμε για τη γυναίκα της ζωής μου. Όχι βέβαια πως τώρα θα την άφηνα να μου ξεφύγει. Θα της έστριβα τη ρώγα ό,τι και να γινόταν. Βάζω το χέρι μου απαλά στο λαιμό της. Δήθεν να της διώξω τα μαλλιά της που με το αεράκι έμπαιναν μες στα ματάκια της. Γύρισε και μου χαμογέλασε. Συνέχισα με ένα-δυο χαδάκια που έμοιαζαν με υποψία μασάζ. Μου άφησε ένα “μμμμ” και με το κεφάλι της με χάιδεψε γλυκά. Ακούμπησα το μάγουλό μου στο δικό της και ξεκίνησα τη Μεγάλη Κάθοδο. Με μικρές μικρές μικρές κινήσεις κατάφερα να μπω κάτω από τη μπλούζα της. Γιεα! Μία παύση λίγων δευτερολέπτων για να αποφασίσω αν θα κατευθυνθώ αριστερώς ή δεξιώς. Θυμήθηκα που λένε ότι οι πλούσιοι είναι δεξιοί. Επιλέγω δεξιώς. Για πιο πλούσιο αποτέλεσμα. Αισθάνομαι το χέρι της να με σταματάει. Σκατά. Προσπαθώ λίγο ακόμα. Επιμένει. Έλα λίγο λίγο ακόμα. Μπα δεν αφήνει. Φτου.
“Δεν πρέπει.” μου λέει. “Γιατί;” της λέω. “Δεν μπορώ να σ’ το κάνω αυτό”, μου λέει. “Όχι, εγώ θα σ’ το κάνω”, της λέω. “Δεν με καταλαβαίνεις” μου λέει. “Όχι, εσύ δεν καταλαβαίνεις. Θα το κάνω καλά. Ξέρω.”, της απαντώ. Σηκώνεται και αρχίζει να περπατάει. Μου πέφτει και αρχίζω να περπατάω. “Τι συμβαίνει;” την ρωτάω. “Δεν μπορώ να σου απαντήσω. Μας ακούν. Πρέπει να φύγω.” Περπατούσε σχεδόν τρέχοντας ανάμεσα στις λεύκες του σκοτεινού δρόμου. Την ακολουθούσα κάποια μέτρα πιο πίσω. Και όσο περπατούσα πίσω της, τόσο περισσότερα καταλάβαινα.
Τα κατάλαβα όλα. Είχα δει το Truman Show. Είχα γίνει το πειραματόζωο σε μια καλοστημένη φάρσα του facebook. Γι’ αυτό και τα συνεννοημένα requests. Μιας ομάδας δήθεν δικτυωμένων ανθρώπων, με την άπειρη καλωδιωμένη κοινωνική ζωή, που θα γελούσαν κυνικά με την χαρά που πήρα όταν βγήκα σε αυτό το ραντεβουδάκι. Περιγελούσαν τη μοναχική και μονόχνωτη ζωή μου. Είχα γίνει το παιχνιδάκι τους. Εγώ, ένας loser. Θα είχαν ξαμοληθεί δεκάδες εθελοντές, δήθεν περαστικοί, που με κρυφές κάμερες θα προβάλλαν live τη φάρσα. Και τι εννοούσε όταν είπε ότι “μας ακούν;”. Α ναι, σίγουρα κουβαλούσε κοριούς και ήταν καλωδιωμένη. Ναι, γι’ αυτό δεν με άφησε να προχωρήσω με το χούφτωμα. Θα μπλεκόμουν στα καλώδια.
Δεν θα τους περνούσε αυτό. Θα την άρπαζα από πίσω και θα την ξάπλωνα στο πάτωμα. Και τότε θα ορμούσε κάποιος εθελοντής να την σώσει. Και θα τον έσπαγα στο ξύλο. Αλλά, κάτσε. Κάτσε κάτσε, περίμενε. Μου είπε “δεν μπορώ να σ’ το κάνω αυτό”. Τι να εννοούσε με αυτό; Μήπως με συμπάθησε; Μήπως με ερωτεύτηκε και δεν ήθελε να με πληγώσει; Το έχω δει κι αυτό στις ταινίες να γίνεται. Αν είναι έτσι, δεν πρέπει να ξεσπάσω πάνω της. Έτσι θα την χάσω μια για πάντα. Αυτή την πανέμορφη γκομενάρα που κοιμήθηκε ο Θεός και με αγάπησε. Όχι, όχι, δεν πρέπει να το κάνω αυτό. Αα,το βρήκα. Θα την πιάσω και θα της πω ότι τα ξέρω όλα και δεν πειράζει που ενεπλάκει η ίδια καθώς όταν θα δέχτηκε να παίξει το ρόλο της δεν με γνώριζε και εγώ μένω στο γεγονός ότι αφού με γνώρισε, δεν με άφησε να γελοιοποιηθώ. Έτσι θα δείξω ήθος και θα το ακούσουν και όλοι οι συνδεδεμένοι. Θα πω και 2-3 αλατισμένες μπούρδες περί ηθικής και τέτοια. Ναι, θα αποδειχτώ πολύ πιο ξύπνος από ό,τι νόμιζαν. Θα γίνω #1 internet celebrity. Ναι.
Καθώς επιτάχυνα το βήμα μου να την προλάβω σκεφτόμουν άντε να τελειώνω να πάω σπίτι να δω τη μούρη μου στο top feature video στο youtube. Πολύ προέτρεχα. Αλλά εδώ είχαν γίνει τόσα και τόσα στην πλάτη μου, δεν είχα το δικαίωμα να ονειροπολώ;
“Στάσου”, της είπα κοφτά. Γύρισε και με κοίταξε.
“Τα ξέρω όλα”, της είπα.
“Μην πεις τίποτα”, με έκοψε και συνέχισε: “Με θέλεις; Μόνο αυτό πες μου. Με θέλεις;”.
“Ναι, σε θέλω. Φυσικά και σε θέλω”, της απάντησα.
Έτρεξε στην αγκαλιά μου και φιληθήκαμε. Με πολλή γλώσσα.
Οταν γύρισα σπίτι μπήκα στο youtube αλλά δεν με είδα πουθενά. Ούτε στο facebook έγραφε για κάποιο φαρσοproject, ούτε και το google δηλαδή. Πολύ περίεργο. Αποφάσισα να την πάρω τηλέφωνο. Ένιωθα ότι κάποιος έπαιζε με εμένα και τη νοημοσύνη μου.
- Να σου πω. Μπορείς να μου εξηγήσεις κάποια πράγματα;
- Όπως;
- Όπως τι ήταν αυτό που είπες ότι “μας άκουγαν” όταν είμασταν στην παραλία;
- Ήταν παραδίπλα και άλλα ζευγαράκια. Και δεν ήθελα να κάνω σκηνή μπροστά τους.
- Α ναι; Και το “δεν μπορώ να σ’ το κάνω αυτό;”.
- Ναι, δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι είμαι καμία εύκολη. Δεν μπορώ να κάνω κάτι με κάποιον που δεν νιώθω κάποια πράγματα.
- Ναι ναι καλά. Πες μου τότε πώς δικαιολογείς ότι είχα 4000 friend requests τη μέρα που βγήκαμε;
- Δεν…ξέρω
- Πες μου!
- Οκ λοιπόν. Θα σου πω όλη την αλήθεια. Ελπίζω να δείξεις κατανόηση.
- Λέγε
- Η γειτόνισσά σου, εκείνη η φοιτήτρια που μένει απέναντί σου στον 2ο.. Κατάλαβες ποια λέω;
- Ναι.
- Ε αυτή είναι φίλη μου. Και είχα πάει σπίτι της τις προάλλες και μου είπε ότι σε έχει βάλει στο μάτι και σε γουστάρει και τέτοια. Αλλά σπάνια σε βλέπει λέει να βγαίνεις έξω. Και επειδή η Έλλη, έτσι την λένε, μου είχε φάει εμένα 2 γκόμενους πιο παλιά, είπα να της φάω εσένα να μάθει.
- Πλάκα μου κάνεις. Και οι 4000 φίλοι;
- Η Έλλη έμαθε ότι θα σου την έπεφτα και έβαλε τις φίλες της να φτιάξουν τόσους ψεύτικους λογαριασμούς ώστε εγώ να χαθώ μέσα στους τόσους πολλούς friends και να μην μου δώσεις σημασία.
- “Γυναίκες…”, μουρμούρισα μόλις τράβηξα το τηλέφωνο από τη μπρίζα.



April 1st, 2010 at 10:29 am
Αυτό είναι ηλεκτρονικός πόλεμος. Αφού τα έμαθες όμως έπρεπε να κανονίσεις ραντεβού τριολέ να λυθούν οι παρεξηγήσεις..
ΥΓ.
Πως μπαίνει κάποιος στο facebook?